Η έναρξη του Συνεδρίου Δημόσιας Υγείας 2024 πραγματοποιήθηκε με μεγάλη προσέλευση συνέδρων, οι οποίοι παρακολούθησαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την εισαγωγική ομιλία της Αναπληρώτριας Υπουργού Υγείας κ. Ειρήνης Αγαπηδάκη, υπό τον συντονισμό της Ομότιμης Καθηγήτριας Δημόσιας και Διοικητικής Υγιεινής και Επίτιμης Προέδρου του Συνεδρίου, κ. Τζένης Κουρέα-Κρεμαστινού.
Είναι ιδιαίτερα αισιόδοξο το γεγονός ότι η κοινότητα της Δημόσιας Υγείας μεγαλώνει, ισχυροποιείται και αποκτά μέλλον και εκτός ακαδημαϊκής κοινότητας, ξεκίνησε η κ. Αγαπηδάκη. Είναι πολύ σημαντικό ότι πλέον βλέπουμε να υλοποιούνται οι προσπάθειες ετών για την ανάπτυξη evidence-based public health, η οποία δεν έχει πολιτικό πυρήνα, αλλά αφορά στη χάραξη αποτελεσματικών πολιτικών για τη βελτίωση της υγείας του πληθυσμού.
Η κλιματική κρίση έχει και είναι βέβαιο πως θα συνεχίσει να έχει και στο μέλλον ως επακόλουθο πολλές μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης κρίσεις, τις οποίες θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε. Για να μπορέσουμε να είμαστε όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικοί, απαιτούνται διασυνοριακές προσπάθειες σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Απαιτείται βελτίωση των δεικτών υγείας του πληθυσμού, εγγραμματοσύνη υγείας σε θέματα δημόσιας υγείας και εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας για την προστασία και την πρόληψη της διασποράς μελλοντικών υγειονομικών απειλών στον πληθυσμό.
Η πρόληψη και η προαγωγή υγείας βρίσκονται σήμερα στον πυρήνα της χάραξης πολιτικών υγείας, υπογράμμισε κ. Αγαπηδάκη, με την υλοποίηση και τον σχεδιασμό προγραμμάτων τόσο πρωτογενούς όσο και δευτερογενούς πρόληψης. Όσον αφορά στην πρωτογενή πρόληψη, στη χώρα μας υλοποιείται ήδη ένα πρόγραμμα για την πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας με εστίαση στην καταπολέμηση των ανισοτήτων, ενώ σύντομα θα ανακοινωθεί και ένα αντίστοιχο πρόγραμμα για τον ενήλικο πληθυσμό. Η δευτερογενής πρόληψη, επισήμανε η ομιλήτρια, περιλαμβάνει φυσικά τα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου (screening) για καρκίνο του μαστού, καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, καρδιαγγειακά νοσήματα κ.ά.
Η αντιμετώπιση των προβλημάτων σε πληθυσμιακό επίπεδο, τόνισε η κ. Αγαπηδάκη, διασφαλίζει την ουσιαστική βελτίωση των δεικτών υγείας του πληθυσμού και της δημόσιας υγείας μίας χώρας.
Η αναδιοργάνωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, συνέχισε, θα πρέπει ασφαλώς να βασίζεται σε πληθυσμιακά δεδομένα και να έχει μετρήσιμα αποτελέσματα, προκειμένου να μπορεί να υπάρξει καλύτερος προγραμματισμός και ανταπόκριση στις πραγματικές ανάγκες του εκάστοτε τοπικού πληθυσμού. Και βέβαια, συμπλήρωσε η κ. Αγαπηδάκη, είναι απαραίτητη η πιστοποίηση των υπηρεσιών υγείας που παρέχονται ώστε να διασφαλίζεται η υψηλή ποιότητά τους.
Σήμερα, ανέφερε, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας ενισχύεται με προσλήψεις και, στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης του Ε.Ο.Δ.Υ., αναπτύσσεται ένα νέο σύστημα επιδημιολογικής επιτήρησης με χρήση νέων εργαλείων, το οποίο θα επιτρέπει τον άμεσο εντοπισμό των αναδυόμενων προβλημάτων/απειλών δημόσιας υγείας. Στόχος της προσπάθειας αυτής είναι να μεταβούμε σε ένα μοντέλο όπου το Υπουργείο Υγείας θα έχει καλύτερη ετοιμότητα για την αντιμετώπιση επερχόμενων ενδεχόμενων κρίσεων.
Αυτό που επιχειρείται ουσιαστικά, συνέχισε η κ. Αγαπηδάκη, είναι μία αλλαγή πολιτικής στη δημόσια υγεία, όπου το σύστημα υγείας προσεγγίζει τον πολίτη και όχι το αντίστροφο. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να έχουμε πρόληψη, εξήγησε, καθώς όταν ο πολίτης απευθύνεται στο σύστημα υγείας συνήθως παρουσιάζει ήδη συμπτώματα και ενδεχομένως νοσεί. Οι κινητές μονάδες Π.Φ.Υ., οι οποίες θα φθάνουν παντού, σε όλους τους πολίτες της χώρας, θα μειώσουν τις ανισότητες, προσφέροντας τη δυνατότητα προσυμπτωματικών εξετάσεων παντού ώστε να μην υπάρχουν στη χώρα μας πολίτες Α και Β κατηγορίας. Όλες αυτές οι αλλαγές, ολοκλήρωσε την ομιλία της η Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας, έχουν ήδη δρομολογηθεί και η υλοποίησή τους έχει ξεκινήσει.
Ασφαλώς πρόκειται για ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο σχέδιο, που όλοι ευχόμαστε να πετύχει, ανέφερε η κ. Κρεμαστινού, ρωτώντας την ομιλήτρια για τις δυσκολίες του εγχειρήματος.
Οι κυριότερες δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε αφορούσαν στην αρχική προσπάθεια ανάπτυξης μίας καλής σχέσης συνεργασίας -για την οποία είμαι πολύ υπερήφανη-, αλλά και η γνωστή σε όλους αντίσταση σε κάθε αλλαγή που επιχειρείται σε μία παγιωμένη κατάσταση. Ο τομέας υγείας ήταν ανέκαθεν προσανατολισμένος στην κλινική πρακτική, εξήγησε η ομιλήτρια, και χρειάστηκε σημαντική προσπάθεια για να προωθηθεί το screening. Ευτυχώς, χάρη στη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, το πρόβλημα που αφορούσε την υλοποίηση του screening μπόρεσε να λυθεί χωρίς να επιβαρυνθεί ο πολίτης, πρόσθεσε. Χωρίς συμμαχίες, κλίμα εμπιστοσύνης και συναίνεσης, τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει, κατέληξε η κ. Αγαπηδάκη.
Η Ενιαία Υγεία αποτελεί ένα δύσκολο και φιλόδοξο σχέδιο και αυτή τη στιγμή θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο επιχειρησιακό κομμάτι του σημαντικού αυτού εγχειρήματος. Για να μπορέσουμε να είμαστε σε ετοιμότητα και να ανταποκρινόμαστε άμεσα σε κάθε νέα πρόκληση δημόσιας υγείας που ενδεχομένως θα προκύψει λόγω της κλιματικής κρίσης στο μέλλον, χρειαζόμαστε γνώσεις, δεξιότητες και δομή.