Η δημόσια υγεία ως οριζόντια πολιτική αποτελεί μία συνολική και ολοκληρωμένη προσέγγιση που αναγνωρίζει ότι η υγεία επηρεάζεται από ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών, οικονομικών, περιβαλλοντικών και πολιτισμικών παραγόντων και στοχεύει να αντιμετωπίσει αυτούς τους παράγοντες με έναν ολιστικό και συνεργικό τρόπο.
Η επίδραση της κλιματικής αλλαγής στην ανθρώπινη υγεία αποτελεί ένα εξαιρετικά επίκαιρο θέμα, καθώς η κλιματική κρίση δημιουργεί νέες απειλές για τη δημόσια υγεία, τις οποίες καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε άμεσα, προλόγισε τη στρογγυλή τράπεζα η συντονίστριά της, η δημοσιογράφος κ. Μάρθα Καϊτανίδη.
Οι νέες προκλήσεις για τη Δημόσια Υγεία
Ο κ. Γιάννης Τούντας, Ομότιμος Καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. και Διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής (Ι.Κ.Π.Ι.), αναφέρθηκε στις κυριότερες νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει στην εποχή μας η Δημόσια Υγεία: την κλιματική αλλαγή, τη γήρανση του πληθυσμού, τις επιδημίες, την κρίση των Συστημάτων Υγείας και τις ανισότητες στην υγεία. Η κλιματική αλλαγή, εξήγησε ο κ. Τούντας, συνιστά πλέον τμήμα μίας γενικότερης κατάρρευσης του οικοσυστήματος και του περιβάλλοντος, ενώ η γήρανση του πληθυσμού οδηγεί σε αυξημένες ανάγκες υγείας και σημαντική επιβάρυνση των συστημάτων υγείας, τα οποία λειτουργούν με περιορισμένους πόρους. Όσον αφορά στις επιδημίες, συνέχισε ο ομιλητής, τα τελευταία 40-50 έτη παρατηρείται μία έξαρση ιών και επιδημίες που προέρχονται από τα ζώα και τη διατροφή. Βλέπουμε επίσης μία επιδημία παχυσαρκίας, χρονίων νόσων, που πλέον πλήττουν και νέες ηλικίες, αλλά και ψυχικών διαταραχών. Στο πλαίσιο αυτό, η κρίση που αντιμετωπίζουν τα συστήματα υγείας παγκοσμίως οφείλεται ασφαλώς στην αυξημένη ζήτηση υπηρεσιών υγείας σε συνδυασμό με τους περιορισμένους πόρους που διαθέτουν, ενώ όλα τα παραπάνω προβλήματα λειτουργούν συνδυαστικά οξύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες στην υγεία.
Για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τις νέες αυτές προσκλήσεις, υπογράμμισε ο Καθηγητής, είναι απαραίτητο να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο σκέψης μας, εγκαταλείποντας το βιοϊατρικό μοντέλο που εφαρμόζουμε σήμερα και υιοθετώντας ένα βιοψυχοκοινωνικό / οικολογικό μοντέλο. Το μοντέλο αυτό, εξήγησε ο κ. Τούντας έχει στον πυρήνα του την αναγνώριση πως η υγεία μας εξαρτάται και επηρεάζεται από αρκετούς παράγοντες, πολλοί εκ των οποίων λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία και αλληλεπιδρούν. Οι παράγοντες που επιδρούν στην υγεία μας είναι οι γενικές κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες στις οποίες ζούμε, παράγοντες όπως η κατοικία, η διατροφή, η εκπαίδευση, το εργασιακό περιβάλλον, η ύδρευση/αποχέτευση, οι υπηρεσίες υγείας κ.λπ., οι στάσεις και οι συμπεριφορές μας, καθώς και η ηλικία, το φύλο και η κληρονομικότητα. Αν και ο βαθμός επίδρασης κάθε συντελεστή στην υγεία μας είναι διαφορετικός, επισήμανε ο ομιλητής, ωστόσο, σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο βαθμός επίδρασης του περιβάλλοντος, των συμπεριφορών και του τρόπου ζωής μας φθάνει συνδυαστικά το 50%. Η υιοθέτηση του νέου μοντέλου έχει ως απαραίτητες συνιστώσες την ύπαρξη μίας συμβιωτικής κοινότητας, ενός κατοικίσιμου, βιώσιμου και αειφόρου περιβάλλοντος, καθώς και μιας επαρκούς και δίκαιης οικονομίας χωρίς ανισότητες, πρόσθεσε ο κ. Τούντας.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι Δημόσια Υγεία δεν είναι μόνο η πρόληψη νόσησης, συνέχισε ο Καθηγητής. Περιλαμβάνει άλλους δύο τομείς, την προαγωγή υγείας και την προστασία της υγείας, στην οποία δεν έχει δοθεί επαρκής έμφαση και η οποία περιλαμβάνει την περιβαλλοντική υγιεινή, την εργασιακή υγιεινή, την υγιεινή των τροφίμων, καθώς και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων φυσικών καταστροφών και επιδημιών. Η ανθρώπινη υγεία, ολοκλήρωσε την τοποθέτησή του ο κ. Τούντας, είναι αλληλένδετη με την υγεία του οικοσυστήματος μέσα στο οποίο ζούμε και λόγω της παγκοσμιοποίησης θα πρέπει πλέον να αντιμετωπίζεται ως Ενιαία για όλο τον πλανήτη. Ασφαλώς, συμπλήρωσε, η αποτελεσματική καταπολέμηση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων στην υγεία, δεν απαιτεί μόνο οριζόντιες πολιτικές, αλλά έναν συνδυασμό οριζόντιων και κάθετων πολιτικών.
Ο σημαντικός ρόλος των «1000 πρώτων ημερών ζωής»
Η προσέγγιση της Δημόσιας Υγείας ως οριζόντιας πολιτικής συνιστά μια συνολική και ολοκληρωμένη προσέγγιση που υπερβαίνει τις παραδοσιακές κάθετες, τομεακές πολιτικές και περιλαμβάνει τον συντονισμό και τη συνεργασία διαφόρων ενδιαφερόμενων φορέων συμπεριλαμβανομένων των κρατικών, των μη κυβερνητικών οργανισμών, των κοινοτήτων και του ιδιωτικού τομέα, ξεκίνησε την εισήγησή της η κ. Αναστασία Μπαρμπούνη, Καθηγήτρια Δημόσιας Υγείας, Υγιεινής και Πρόληψης Νόσων, Αναπληρώτρια Πρόεδρος του Τμήματος Δημόσιας και Κοινοτικής Υγείας του ΠΑ.Δ.Α. και Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Δημόσιας Υγείας.
Η Δημόσια Υγεία διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της υγείας ενός ατόμου, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής, ανέφερε η Καθηγήτρια και Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου. Αυτή η περίοδος, αναφερόμενη συχνά ως «οι πρώτες 1.000 ημέρες», περιλαμβάνει την προγεννητική φάση και τα πρώτα δύο χρόνια μετά τη γέννηση. Κατά τη διάρκεια αυτού του κρίσιμου παραθύρου, σημειώνεται ταχεία ανάπτυξη και εξέλιξη, θέτοντας τα θεμέλια για τη μελλοντική σωματική, γνωστική και συναισθηματική ευημερία. Το διάστημα της κύησης καθώς και τα πρώτα 3 χρόνια ζωής, αποτελεί μια κρίσιμη και καταλυτική περίοδο στη ζωή του ανθρώπου, εξήγησε η ομιλήτρια, κυρίως λόγω των μεγάλων αλλαγών που υφίσταται φυσιολογικά ο εγκέφαλος. Πολλές σημαντικές λειτουργίες του εγκεφάλου, όπως η λογική, η ενσυναίσθηση, η αγάπη, η κοινωνική και ηθική συνείδηση, το αίσθημα δικαιοσύνης, διαμορφώνονται κατά την πρώτη παιδική ηλικία, ενώ επιπλέον υπάρχει πληθώρα ερευνών που εξετάζουν την επίδραση των πρώτων χρόνων της ζωής στην ανάπτυξη νοσηρότητας στην ενήλικη ζωή.
Η ωριμότητα του εγκεφάλου επηρεάζεται από τα δομικά του στοιχεία, που κατά βάση είναι τα γονίδια, αλλά και από την ανάπτυξή τους που καθορίζεται από το περιβάλλον, συνέχισε η κ. Μπαρμπούνη, παραθέτοντας ακολούθως στοιχεία από μία μελέτη σε αρχεία νοσηρότητας στη Δανία και Σουηδία ανθρώπων που γεννήθηκαν από το 1973 έως το 1998, τα οποία έδειξαν πως τα τελειόμηνα αλλά ελλιποβαρή βρέφη έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακών νοσημάτων στη μετέπειτα ζωή τους.
Οι Στόχοι της Βιώσιμης Ανάπτυξης, υπογράμμισε η Καθηγήτρια, είναι μια σειρά από 17 παγκόσμιους στόχους που θεσπίστηκαν από τα Ηνωμένα Έθνη το 2015, με στόχο την επίτευξη ενός καλύτερου και πιο βιώσιμου μέλλοντος για όλους μέχρι το 2030. Οι στόχοι αυτοί καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων, όπως η εξάλειψη της φτώχειας, η προστασία του πλανήτη και η εξασφάλιση της ευημερίας για όλους. Για την επίτευξη του 4ου στόχου που αφορά στην ποιοτική φροντίδα και εκπαίδευση από την πρώιμη παιδική ηλικία, ο Π.Ο.Υ. συνιστά την υποστήριξη των γονέων, την προαγωγή της μάθησης από τις αρχές της ζωής του ατόμου, τη διαμόρφωση ενός προτύπου υγιεινής διατροφής και την ενίσχυση και υποστήριξη της ψυχικής υγείας της μητέρας.
Συνοψίζοντας, ολοκλήρωσε την εισήγησή της η κ. Μπαρμπούνη, οι πολιτικές και οι πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της δημόσιας υγείας είναι ζωτικής σημασίας για την ευημερία των παιδιών, καθώς διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσικής, ψυχικής και κοινωνικής τους υγείας. Στην προσέγγιση της δημόσιας υγείας ως οριζόντιας πολιτικής δίνεται έμφαση στην ενσωμάτωση διαφορετικών τομέων και κλάδων εκτός του χώρου της υγείας, προάγοντας την ισότητα, τη συλλογική δράση και τη συμμετοχική διακυβέρνηση.
Η ισότητα ωφελεί σημαντικά την υγεία
Τη σκυτάλη έλαβε η κ. Αντιγόνη Λυμπεράκη, Καθηγήτρια στο Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου, που αναφέρθηκε σε μία μεγαλύτερη ηλικιακή ομάδα, τον πληθυσμό άνω των 65 ετών, το ποσοστό του οποίου τα τελευταία χρόνια αυξάνεται συνεχώς. Η αύξηση του πληθυσμού αυτών των ηλικιών και τα προβλήματα υγείας που συσσωρεύονται στο πέρασμα των χρόνων επηρεάζουν ευνόητα τη Δημόσια Υγεία και τα Συστήματα Υγείας, σημείωσε η Καθηγήτρια.
Ερευνώντας ωστόσο τις διαφορές μεταξύ των φύλων, συνέχισε η ομιλήτρια, παρατηρήθηκε ένα παράδοξο: οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άνδρες, αλλά με χαμηλότερη ποιότητα ζωής. Ενώ υπάρχουν παράγοντες που λειτουργούν υπέρ της καλύτερης υγείας των μεγαλύτερης ηλικίας γυναικών, οι παράγοντες αυτοί δεν λειτουργούν παντού με τον ίδιο τρόπο, καθώς παρουσιάζονται διαφορές μεταξύ των χωρών. Αν και παράγοντες όπως η εκπαίδευση, η εργασία, η παροχή υποστήριξης από το περιβάλλον, η καλή οικονομική κατάσταση συμβάλλουν στην επίτευξη και διατήρηση καλύτερης ποιότητας υγείας στην τρίτη ηλικία, εξήγησε η κ. Λυμπεράκη, παρατηρήθηκε ότι δεν έχουν το ίδιο αποτέλεσμα παντού όσον αφορά στο γυναικείο φύλο. Διαπιστώθηκε πως οι παράγοντες αυτοί έχουν καλύτερη επίδραση και οδηγούν σε υψηλότερο βαθμό γνωστικής ικανότητας και ευημερίας των γυναικών τρίτης ηλικίας στις κοινωνίες οι οποίες πιστεύουν στην ισότητα των φύλων. Επομένως, επισήμανε η ομιλήτρια, η εφαρμογή μίας οριζόντιας πολιτικής Δημόσιας Υγείας στη χώρα μας για την τρίτη ηλικία απαιτεί πρώτα τον σχεδιασμό και υλοποίηση μίας καμπάνιας για την ισότητα των φύλων.
Οι γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που ζουν σε κοινωνίες χωρίς ισότητα των φύλων, κατέληξε η Καθηγήτρια, φαίνεται να έχουν χειρότερη υγεία, καθώς και χαμηλότερο βαθμό ικανοποίησης από τη ζωή τους, ο οποίος επίσης συνιστά έναν δείκτη που επηρεάζει την υγεία τους.
Αναδρομή στην ιστορία της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας
Ολοκληρώνοντας τις εργασίες της στρογγυλής τράπεζας, η Ομότιμη Καθηγήτρια Δημόσιας και Διοικητικής Υγιεινής κ. Τζένη Κουρέα-Κρεμαστινού παρουσίασε μία ιστορική αναδρομή στην πορεία της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας και το πολυδιάστατο έργο της από την ίδρυσή της έως σήμερα.
Η Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, ανέφερε η κ. Κρεμαστινού, ιδρύθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ξεκίνησε τη λειτουργία της το 1931, ως Υγειονομική Σχολή Αθηνών. Με την επωνυμία αυτή παρέμεινε σε λειτουργία έως το 1994, όπου μετονομάστηκε σε Σχολή Δημόσιας Υγείας. Επί χούντας, η Σχολή έκλεισε και άνοιξε ξανά μετά το τέλος της επταετίας από τον Σπύρο Δοξιάδη ως Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, συνέχισε η κ. Κρεμαστινού. Πλέον, η Σχολή έχει ενσωματωθεί στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, εκπληρώνοντας το όραμα πολλών ανθρώπων που εργάσθηκαν σκληρά γι’ αυτό, μεταξύ των οποίων και ο αείμνηστος Γιάννης Κυριόπουλος.
Όλα τα επαγγέλματα μπορούν να προσφέρουν στη Δημόσια Υγεία, ολοκλήρωσε την ομιλία της η κ. Κρεμαστινού, παρομοιάζοντας τη Δημόσια Υγεία με μία Βαβέλ στην οποία χωράνε όλοι. Είναι συγκινητικό, πρόσθεσε, που το φετινό Συνέδριο Δημόσιας Υγείας διεξάγεται για πρώτη φορά στην ιστορία του σε ένα τόσο εμβληματικό κτήριο.